Τετάρτη, 19 Ιουνίου 2013

Ο ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ ΤΗΣ ΠΕΙΝΑΣ

ΘΕΑΤΡΟ ΚΟΡΥΒΑΝΤΕΣ




 

 

ΦΡΑΝΤΣ ΚΑΦΚΑ

Ο ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ ΤΗΣ ΠΕΙΝΑΣ




ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: ΑΝΤΡΕΑΣ ΘΕΟΧΑΡΗΣ – ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΦΕΛΟΥΖΗΣ

ΔΡΑΜΑΤΟΥΡΓΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ –ΣΚΗΝΟΓΡΑΦΙΑ: ΑΝΤΡΕΑΣ ΘΕΟΧΑΡΗΣ
ΜΟΥΣΙΚΟΙ: ΚΛΑΙΡΗ ΓΙΑΝΝΙΚΑΚΗ, ΚΩΣΤΑΣ ΖΗΚΟΣ

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: ΑΝΤΡΕΑΣ ΘΕΟΧΑΡΗΣ, ΚΛΑΙΡΗ ΓΙΑΝΝΙΚΑΚΗ,
ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΝΤΟΣ, ΜΑΡΙΝΟΣ ΜΑΡΟΥΛΗΣ,
ΚΩΣΤΑΣ ΖΗΚΟΣ





Το Θέατρο της Οκλαχόμα θα προσλάβει μέλη του θιάσου
του σήμερα στον ιππόδρομο του Κλέιτον από τις 6 μ.μ. μέχρι τα
μεσάνυχτα.

Το μεγάλο Θέατρο της Οκλαχόμα σας προσκαλεί!

Μια και μοναδική πρόσκληση σήμερα!

 Αν χάσετε την ευκαιρία τώρα, θα τη χάσετε για πάντα!

Αν σκέπτεστε για το μέλλον σας, θα πρέπει να ΄στε ένας από μας!

Όλοι είναι καλοδεχούμενοι!

Αν θέλετε να γίνετε καλλιτέχνης,  προχωρήστε!

Το θέατρό μας μπορεί να χρησιμοποιήσει τον καθένα και να
του βρει την κατάλληλη θέση!


Αν αποφασίσετε να έρθετε μαζί μας, σας
συγχαίρουμε τούτη τη στιγμή!


 Όμως βιαστείτε, προλάβετε πριν από τα
μεσάνυχτα! Στις δώδεκα τη νύχτα, οι πόρτες θα κλείσουν για να μην
ξανανοίξουν ποτέ πια!


 Κατάρα σ’ αυτούς που δε μας πιστεύουν!
Ξεκινείστε για το Κλέιτον!





Ο κόσμος του Κάφκα είναι ένα παγκόσμιο θέατρο. Γι’ αυτόν, ο άνθρωπος απ’
το ξεκίνημά του βρίσκεται πάνω στη σκηνή. Η απόδειξη είναι το γεγονός ότι όλοι είναι αποδεκτοί από το Φυσικό Θέατρο της Οκλαχόμα. Ποιες είναι οι προϋποθέσεις για την αποδοχή, είναι κάτι που δε μπορεί να προσδιορισθεί. Όλο κι όλο που αναμένεται από τους υποψήφιους είναι η ικανότητα να παίζουν τους εαυτούς τους.Με τους ρόλους τους οι άνθρωποι αυτοί ψάχνουν για μια θέση στο Φυσικό Θέατρο.Για όλους αυτούς η θέση αποτελεί το τελευταίο καταφύγιο, το οποίο δεν αποκλείεται να είναι η σωτηρία τους. Η σωτηρία δεν είναι η επιβράβευση της ύπαρξης, αλλά η τελευταία διέξοδος για ΄κείνον του οποίου ο δρόμος, όπως λέει ο Κάφκα, «είναι μπλοκαρισμένος […] από το ίδιο του το μέτωπο».
WALTER BENJAMIN


ΘΕΑΤΡΟ ΚΟΡΥΒΑΝΤΕΣ, ΜΥΛΛΕΡΟΥ 78 ΜΕΤΑΞΟΥΡΓΕΙΟ
ΤΗΛ. 2155404045
ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ: ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ-ΣΑΒΒΑΤΟ- ΚΥΡΙΑΚΗ, ΩΡΑ 21:00
ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ: 135΄
ΠΡΕΜΙΕΡΑ: ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 19 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2007
ΕΙΣΟΔΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗ. ΘΕΣΕΙΣ 25



Είναι μια ωραία και πολύ διδακτική παράσταση, η πορεία, που τη λέμε η πορεία με τα άλογα μέσα στα όνειρα. 


 Την παίζουμε πολλά χρόνια τώρα. Αυτός που την εφηύρε έχει πεθάνει προ πολλού, από φυματίωση, αλλά αυτή η κληρονομιά του έμεινε και δεν βλέπουμε ακόμα το λόγο να κατεβάσουμε την πορεία από το πρόγραμμα, πόσο μάλλον, αφού οι ανταγωνιστές μας δεν μπορούν να τη μιμηθούν, γιατί είναι, όσο κι αν δεν φαίνεται με την πρώτηματιά, αμίμητη.



Συνηθίζουμε να την παίζουμε στο πρώτο μέρος του προγράμματος, σαν κλείσιμο της βραδιάς δεν θα ήταν κατάλληλη, δεν είναι κάτι το φανταχτερό, το ακριβό, κάτι για το οποίο μιλάει κανείς ύστερα στο δρόμο για το σπίτι του, στο τέλος πρέπει να δίνεται κάτι, που και   στο πιο χοντρό κεφάλι να μένει αξέχαστο, κάτι, που να σώζει ολόκληρη τη βραδιά από τον κίνδυνο να ξεχαστεί, κάτι τέτοιο δεν είναι αυτή η πορεία, είναι όμως κατάλληλη...
 (F. Kafka)



 Σκηνή 1


ΖΟΖΕΦΙΝΑ:     Εδώ γίνονται οι προσλήψεις για το θέατρο της Οκλαχόμα;

ΦΕΟΝΤΟΡ: Έτσι νόμιζα κι εγώ   μα μια ώρα τώρα περιμένουμε και δεν ακούμε τίποτα άλλο από ένα     βιολί (ένα φλάουτο) Δε βλέπουμε πουθενά μια ανακοίνωση κάπου έναν κήρυκα ή κάποιον επιτέλους που να δίνει πληροφορίες

ΖΟΖΕΦΙΝΑ:    Ίσως περιμένουν να συγκεντρωθούν περισσότεροι στ' αλήθεια είμαστε πολύ λίγοι ακόμα

ΦΕΟΝΤΟΡ: Ίσως

ΖΟΖΕΦΙΝΑ: Μπορείτε να ρωτήσετε εκεί μέσα που γίνονται οι προσλήψεις;

ΦΕΟΝΤΟΡ: Ναι πρέπει να περάσω την πόρτα και τα σύρματα

ΖΟΖΕΦΙΝΑ:    Είναι δύσκολο;

ΦΕΟΝΤΟΡ: Καλά   θα πάω

ΖΟΖΕΦΙΝΑ:    Είστε πολύ ευγενικός 
        Είναι στ' αλήθεια τόσο μεγάλο το θέατρο;

ΦΕΟΝΤΟΡ: Είναι το μεγαλύτερο θέατρο στον κόσμο εγώ βέβαια δεν το έχω δει ακόμα μα λένε πως είναι απέραντο 

ΖΟΖΕΦΙΝΑ:     Περίεργο    Τόσο πολλά βγάζει το θέατρο που είναι σε θέση να διατηρεί μια τέτοια ομάδα;

ΦΕΟΝΤΟΡ: Αυτό δεν μας ενδιαφέρει.

ΖΟΖΕΦΙΝΑ:    Περιμένω.



ΣΚΗΝΗ 2

ΦΕΟΝΤΟΡ
: Σας χαιρετώ εκ μέρους του Θεάτρου της Οκλαχόμα. Έχετε έρθει νωρίς κι επειδή δε βλέπω πολύ κόσμο οι διατυπώσεις για την πρόσληψη σας θα τελειώσουν γρήγορα
Όλοι φυσικά έχετε πάνω σας τα χαρτιά σας



Τα χαρτιά σας θα τα κοιτάξουν σε λίγο στα γραφεία. Όπως διαβάσατε στην ανακοίνωση όλοι μας κάνουν φυσικά πρέπει να ξέρουμε ποιο επάγγελμα είχατε μέχρι τώρα για να σας βάλουμε στην κατάλληλη θέση ώστε να  μπορέσετε να χρησιμοποιήσετε τις γνώσεις σας. 










ΣΚΗΝΗ 4: Η ΚΡΙΣΗ


ΠΑΤΕΡΑΣ:  Ω! Γκρέγκορ

ΓΚΡΕΓΚΟΡ: Ο πατέρας μου είναι ακόμα γίγαντας. Μα, εδώ είναι ανυπόφορο σκοτάδι

ΠΑΤΕΡΑΣ: Ναι, είναι σκοτεινά

ΓΚΡΕΓΚΟΡ: Έχεις κλειστό και το παράθυρο

ΠΑΤΕΡΑΣ:  Έτσι μου αρέσει πιο πολύ

ΓΚΡΕΓΚΟΡ:  Κι όμως έξω κάνει ζέστη. Ήθελα μόνο να σου πω πως πριν λίγο έγραψα για τους αρραβώνες μου στην Πετρούπολη

ΠΑΤΕΡΑΣ: Στην Πετρούπολη;

ΓΚΡΕΓΚΟΡ: Ναι, στο φίλο μου

ΠΑΤΕΡΑΣ: Μάλιστα, στο φίλο σου

ΓΚΡΕΓΚΟΡ: Βέβαια ξέρεις, πατέρα, πως στην αρχή σκέφτηκα να μην του κάνω λόγο για τους αρραβώνες μου. Φυσικά,  από κάποια διακριτικότητα κι όχι τίποτα άλλο. Το ξέρεις κι ο ίδιος πως είναι δύσκολος άνθρωπος. Σκέφτηκα ότι είναι δυνατό να πληροφορηθεί τους αρραβώνες μου απ κάπου αλλού, αν και δεν είναι και τόσο πιθανό, γιατί κάνει μοναχική ζωή -αυτό όμως δε μπορώ να το εμποδίσω- ωστόσο όμως δε θα τους πληροφορηθεί από μένα τον ίδιο

ΠΑΤΕΡΑΣ: Και τώρα άλλαξες γνώμη;

ΓΚΡΕΓΚΟΡ: Ναι, τώρα άλλαξα γνώμη. Αφού είναι καλός φίλος, σκέφτηκα ότι ο ευτυχισμένος αρραβώνας μου θα είναι και γι αυτόν εξίσου ευτυχές γεγονός. Κι έτσι δε δίστασα να του γράψω για τους αρραβώνες μου. Προτού όμως ρίξω το γράμμα μου, ήθελα να σου το ανακοινώσω


ΠΑΤΕΡΑΣ: Γκρέγκορ άκουσε! Ήρθες να με συμβουλευτείς για την υπόθεση αυτή, αυτό σε τιμά, χωρίς αμφιβολία. Κι όμως, αυτό είναι ένα τίποτα, είναι χειρότερο από το τίποτα, αν δε μου μαρτυρήσεις όλη την αλήθεια. Δε θέλω να ξεσκαλίσω πράγματα που κανονικά δεν ανήκουν σ’ αυτή την υπόθεση. Ύστερα από το θάνατο της ακριβής μας μητέρας έγιναν πράγματα ανάρμοστα. Ίσως να ‘ρθει ο καιρός να τα πούμε και μάλιστα πιο νωρίς απ’ ό,τι νομίζουμε. Στο κατάστημα περνούν μερικά απαρατήρητα, δε μου τα κρύβουν -δε θέλω με κανένα τρόπο να πιστέψω αυτή τη στιγμή ότι μου τα κρύβουν- δεν είμαι πια αρκετά δυνατός, η μνήμη μου ολοένα και εξασθενίζει, δε μπορώ να ‘χω τη ματιά μου στο καθετί που συμβαίνει. Πρώτα πρώτα έχω τα χρονάκια μου κι οργανισμός μου κατέρρευσε, κι ύστερα ο θάνατος της μητερούλας μας μ’ έχει καταβάλει περισσότερο απ’ ό,τι έχει φθείρει εσένα.




                                            


 Επειδή όμως πρόκειται γι αυτό το θέμα, δηλαδή γι αυτό το γράμμα, σε παρακαλώ, Γκρέγκορ, μη μου πεις ψέματα. Είναι μια μηδαμινή υπόθεση, δεν αξίζει καν τη συζήτηση, γι αυτό μη θελήσεις να με απατήσεις. Έχεις πράγματι αυτό το φίλο στην Πετρούπολη;













ΓΚΡΕΓΚΟΡ: Μην ενδιαφέρεσαι για τους φίλους μου. Χίλιοι φίλοι δε μπορούν ν’ αναπληρώσουν τον πατέρα μου. Ξέρεις τι σκέφτομαι; Δεν περιποιείσαι αρκετά τον εαυτό σου. Και τα γεράματα έχουν τα δικαιώματά τους. Στη δουλειά μού είσαι απαραίτητος, το ξέρεις φυσικά πολύ καλά, αν όμως η δουλειά στο κατάστημα απειλεί να σου καταστρέψει την υγεία, το κλείνω για πάντα, ακόμα κι αύριο. Δεν είναι κατάσταση αυτή. Πρέπει να βρούμε για σένα ένα διαφορετικό τρόπο ζωής. Και μάλιστα, πέρα για πέρα αλλιώτικο. Να, κάθεσαι μέσα στο σκοτάδι, τη στιγμή που στο σαλόνι υπάρχει τόσο φως. Μόλις αγγίζεις το πρωινό, ενώ θα ‘πρεπε να δυναμώσεις κανονικά. Κάθεσαι με κλειστό παράθυρο, κι όμως ο αέρας θα σου έκανε καλό. Όχι πατέρα μου! Θα φέρω γιατρό και θα κάνουμε αυτό που θα μας πει. Θα ανταλλάξουμε δωμάτια, εσύ θα πας στο μπροστινό κι εγώ εδώ. Θα ζεις όπως πάντοτε, γιατί θα μεταφέρουμε όλα τα πράγματά σου εκεί. Έχουμε όμως καιρό για όλα αυτά, τώρα ξάπλωσε λίγο στο κρεβάτι, έχεις μεγάλη ανάγκη να ξεκουραστείς. Έλα, θα σε βοηθήσω να ξεντυθείς, και θα δεις πόσο όμορφα θα τα καταφέρω. Αν όμως θέλεις να πας τώρα αμέσως στο μπροστινό δωμάτιο, τότε μπορείς να ξαπλώσεις προσωρινά στο κρεβάτι μου. Εξάλλου αυτό θα ‘ταν πιο λογικό.




ΠΑΤΕΡΑΣ: Γκρέγκορ. Δεν έχεις φίλο στην Πετρούπολη… πάντα έκανες αστεία και μάλιστα ακόμα και σε μένα. Πως είναι δυνατό να ‘χεις εκεί κάποιο φίλο! Δε μπορώ να το πιστέψω με κανένα τρόπο.

ΓΚΡΕΓΚΟΡ: Για σκέψου λιγάκι, πατέρα, έχουν περάσει τρία χρόνια από τότε που μας επισκέφτηκε ο φίλος μου. Θυμάμαι ακόμη πως δεν τον είχες συμπαθήσει και πολύ. Δυο φορές αναγκάστηκα για χάρη σου να τον παραγνωρίσω, τη στιγμή που τον είχα στο δωμάτιό μου.

Βέβαια, καταλάβαινα πολύ καλά για ποιο λόγο έδειχνες την αποστροφή αυτή, γιατί ο φίλος μου έχει και τις ιδιοτροπίες του. Ωστόσο καμιά φορά κουβέντιαζες μαζί του. Τότε ένιωθα περηφάνια για το γεγονός αυτό, γιατί τον άκουγες με προσοχή, κουνούσες το κεφάλι σου με συγκατάνευση και κάθε τόσο τον ρωτούσες. Αν σκεφτείς λιγάκι, θα μπορέσεις να θυμηθείς. Μας είχε διηγηθεί τότε απίστευτες ιστορίες από τη ρωσική επανάσταση. Θυμάσαι, λόγου χάρη, πως σ’ ένα του ταξίδι στο Κίεβο για εμπορικές υποθέσεις είχε δει ένα παπά σ’ έναν εξώστη, να υψώνει το χέρι του, όπου πάνω είχε χαράξει με το αίμα του ένα σταυρό, και να καλεί τα πλήθη. Και συ την έλεγες και την ξανάλεγες αυτή την ιστορία. Έτσι δεν είναι; Τον θυμάσαι, ε; 

ΠΑΤΕΡΑΣ: Είμαι καλά σκεπασμένος τώρα;

ΓΚΡΕΓΚΟΡ: Σου άρεσε βλέπω το κρεβάτι.

ΠΑΤΕΡΑΣ: Είμαι καλά σκεπασμένος;

ΓΚΡΕΓΚΟΡ: Μην ανησυχείς είσαι πολύ καλά σκεπασμένος.

ΠΑΤΕΡΑΣ: Όχι. Ήθελες να με σκεπάσεις, το ξέρω μωρό μου, όμως δε σκεπάστηκα ακόμα. Κι είναι αυτή η τελευταία μου δύναμη, αρκετή για σένα, και μάλιστα με το παραπάνω. Γνωρίζω καλά το φίλο σου. Ήταν σα γιος μου, μέσα στην καρδιά μου.


Γι αυτό τον εξαπατούσες τόσα χρόνια; Γιατί λοιπόν; Νομίζεις ότι δεν έκλαιγα γι αυτόν; Γι αυτό το λόγο κλειδώνεσαι στο γραφείο, κανένας να μη σ’ ενοχλήσει, το αφεντικό είναι απασχολημένο –μόνο και μόνο για να μπορείς να γράφεις ψεύτικα γράμματα στη Ρωσία. Ευτυχώς όμως, κανένας δε θα μάθει στον πατέρα να μπορεί να ψυχολογεί το γιο. Και τώρα πίστεψες με τα σωστά σου πως τον έχεις στο χέρι σου, ναι,
τον έχεις για καλά στο χέρι σου, που μπορείς να τον καβαλικέψεις, κι αυτός να μη μπορεί να κουνηθεί και γι αυτό, που λέτε, ο κύριος γιος μου αποφάσισε να παντρευτεί. Κοίταξε με όμως! Γιατί σήκωσε τα φουστάνια, γιατί έτσι ακριβώς σήκωσε τα φουστάνια, η παλιοβρόμα, γιατί σήκωσε λοιπόν τα φουστάνια της έτσι, να έτσι, γι αυτό στριμώχτηκες κοντά της, και για να ευχαριστιέσαι μαζί της χωρίς καμία ενόχληση, ατίμασες τη μνήμη της μητέρας, πρόδωσες το φίλο σου κι έχωσες τον πατέρα σου στο κρεβάτι ώστε να μη μπορεί να κουνηθεί. Κι όμως, μπορεί να κουνηθεί ή όχι; Κι όμως ο φίλος δεν προδόθηκε! Ήμουν ο αντιπρόσωπός του σ’ αυτό τον τόπο.

ΓΚΡΕΓΚΟΡ: Θεατρίνε!

ΠΑΤΕΡΑΣ: Και βέβαια έπαιξα κωμωδία! Κωμωδία! Καλή λέξη! Ποια άλλη παρηγοριά έμεινε στο χήρο πατέρα; Λέγε - κι ας πάρουμε γι απάντηση ότι ήσουν εσύ ο γιος μου – τι απόμεινε σε μένα, στο σκοτεινό δωμάτιο, καταδιωγμένο από άπιστους υπάλληλους, γερασμένο μέχρι το κόκαλο; Κι ο γιος μου τριγύριζε στον κόσμο με χαρούμενους αλαλαγμούς, έκλεινε δουλειές που είχα προετοιμάσει, χοροπηδούσε από ευχαρίστηση κι έπαιρνε ύφος σπουδαίου ανθρώπου μπροστά στον πατέρα του! Μα, πιστεύεις, θα μπορούσα να μη σ’ αγαπήσω, σένα, που βγήκες από τα σπλάχνα μου;

ΓΚΡΕΓΚΟΡ: Τώρα θα γείρει. Μακάρι να ‘πεφτε και να κομματιαζόταν!

ΠΑΤΕΡΑΣ: Μείνε εκεί που είσαι, δε σε χρειάζομαι! Νομίζεις πως έχεις τη δύναμη να πλησιάσεις, και συγκρατιέσαι, γιατί έτσι το θέλεις. Πλανιέσαι όμως! Είμαι ακόμα ο πολύ πιο δυνατός. Ίσως μόνος μου να είχα λυγίσει, η μητέρα όμως μου άφησε τη δύναμή της, με το φίλο σου συνδέομαι θαυμάσια και την πελατεία σου την έχω εδώ, στην τσέπη.

ΓΚΡΕΓΚΟΡ:  Ακόμα και στη φανέλα  του έχει τσέπες.

ΠΑΤΕΡΑΣ: Για έλα κρεμασμένος στην αρραβωνιαστικιά σου! Και τότε θα δεις πως θα την ξεπαστρέψω από το πλευρό σου, δεν ξέρεις πως! Πόσο με διασκέδασες αλήθεια σήμερα, σαν ήρθες και με ρώτησες αν έπρεπε ν’ αναγγείλεις στο φίλο σου τους αρραβώνες. Τα ξέρει όλα, ανόητε, τα ξέρει όλα! Του τα έγραψα όλα, γιατί ξέχασες να μου στερήσεις το χαρτί και το μολύβι. Γι αυτό δεν έρχεται τόσα χρόνια, τα ξέρει όλα, εκατό φορές καλύτερα κι από σένα τον ίδιο, τα γράμματά σου τα τσαλακώνει αδιάβαστα στο αριστερό του χέρι, ενώ κρατά στο δεξί χέρι τα δικά μου για να τα διαβάσει. Τα ξέρει όλα χίλιες φορές καλύτερα!








ΓΚΡΕΓΚΟΡ: Δέκα χιλιάδες φορές!

ΠΑΤΕΡΑΣ: Χρόνια τώρα έχω το νου μου σε σένα, να ‘ρθεις να μου κάνεις αυτή την ερώτηση! Νομίζεις πως μ’ ενδιαφέρει τίποτα άλλο; Νομίζεις πως διαβάζω εφημερίδες; Να! Πόσο άργησες να ωριμάσεις! Η μητέρα σου πέθανε, χωρίς να αξιωθεί να δει τη χαρμόσυνη μέρα, ο φίλος καταστρέφεται στη Ρωσία, εδώ και τρία χρόνια είχε ένα κιτρινιάρικο χρώμα σαν πεθαμένος, βλέπεις κι εγώ σε ποια κατάσταση βρίσκομαι. Νομίζω πως έχεις μάτια.

ΓΚΡΕΓΚΟΡ  :Ώστε με κατασκόπευες!

ΠΑΤΕΡΑΣ: Έπρεπε να το πεις νωρίτερα. Τώρα είναι άχρηστο. Τώρα ξέρεις τι υπάρχει έξω από τον εαυτό σου, μέχρι σήμερα ήξερες μόνο τον εαυτό σου! Ήσουν βέβαια ένα αθώο παιδί, ήσουν όμως οπωσδήποτε κι ένας διαβολικός άνθρωπος! Γι αυτό μάθε το: σε καταδικάζω τώρα σε θάνατο, να πνιγείς! 
       












Για μένα το θέατρο – το δικό μου – είναι συχνότερα μία εξομολόγηση. Δεν έκανα παρά ομολογίες (ακατανόητες για τους κουφούς, κι αυτό δεν μπορεί παρά να είναι έτσι), γιατί σαν τι άλλο μπορώ να κάνω; Προσπαθώ να προβάλλω στη σκηνή ένα δράμα εσωτερικό (ακατανόητο και σε μένα τον ίδιο), που ωστόσο λέω ότι καθώς ο μικρόκοσμος είναι η εικόνα του μεγάλου κόσμου, μπορεί να συμβεί ο εσωτερικός αυτός κόσμος, ο κουρελιασμένος, ο  εξαρθρωμένος να γίνει κατά κάποιο τρόπο ο καθρέφτης ή το σύμβολο των αντιφάσεων όλου του κόσμου.


Χωρίς ίντριγκα λοιπόν, χωρίς αρχιτεκτονική, χωρίς αινίγματα προς λύση, αλλά το αξεδιάλυτο άγνωστο, χωρίς χαρακτήρες, πρόσωπα δίχως ταυτότητα, (γίνονται σε κάθε στιγμή το αντίθετο απ' αυτό που είναι, παίρνουν τη θέση των άλλων και τανάπαλι): απλούστατα, μία συνέχεια, χωρίς συνέχεια, μία τυχαία σύνδεση, χωρίς επιδίωξη εντυπωσιακού  σκοπού, περιπέτειες ανεξήγητες, ή συγκινησιακές καταστάσεις, ή ένα δυσπερίγραπτο ανακάτωμα, ζωντανό όμως, από προθέσεις, κινήσεις, πάθη χωρίς ενότητα, που πλέουν μέσα στην αντίφαση: μπορεί να φανεί τραγικό αυτό, μπορεί να φανεί κωμικό ή και τα δύο συνάμα.  Γιατί δεν είμαι σε θέση να διακρίνω το πρώτο από το δεύτερο. Δεν θέλω άλλο παρά να μεταφράσω το αδιανόητο και το αλλοπρόσαλλο του κόσμου μου.
ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΙΟΝΕΣΚΟ






ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

Αντρέας Θεοχάρης


    “Πλανιέσαι όμως περί του δικαστηρίου. Στο προοίμιο του νόμου η πλάνη αυτή περιγράφεται ως εξής: Προ του Νόμου ίσταται φύλαξ. Εις τον φύλακα τούτον έρχεται άνθρωπος χωρικός και τον ικετέυει να του επιτρέψει την είσοδον εις τον Νόμον”, λέει ο ιερέας στον Κ. που προσπαθεί να φτάσει στους ανώτερους δικαστές, να γνωρίσει τη λειτουργία του δικαστηρίου και να μάθει γιατί τον θεωρούν ένοχο. Και όταν η παραβολή τελειώνει απαντά: 'Ωστε ο φύλαξ εξηπάτησε τον άνθρωπο. Ο ιερέας αντιλέγει: Μη σχηματίζεις γνώμη πριν την ελέγξεις. Σου είπα την παραβολή ακριβώς με τα λόγια της γραφής. Εκεί δεν αναφέρεται τίποτα περί απάτης.
-Είναι όμως αρκετά σαφής",
συμπληρώνει ο Κ.


    Αυτή η απάτη του φύλακα και η πλάνη του ανθρώπου έρχονται ξανά και ξανά μέσα στο έργο του Κάφκα αξεδιάλυτα πολλές φορές και κρυμμένα, σχεδόν εμμονικά. Μάλλον οι μεγάλοι συγγραφείς δεν έχουν μεγάλη γκάμα θεμάτων αλλά εμμονές που μεταμοφρώνονται ψάχνοντας διέξοδο.
    Ο πατέρας λέει στον Γκέοργκ: Νομίζεις πως έχεις τη δύναμη να πλησιάσεις και συγκρατιέσαι,  γιατί έτσι το θέλεις. Πλανιέσαι όμως! Είμαι ακόμα ο πολύ πιο δυνατός. Και ακολουθεί η τελική του κρίση: Θάνατος διά πνιγμού.
    Ο Κάφκα παίζει λογοτεχνικά και εν πολλοίς θεατρικά με τα διάφορα στάδια της συνείδησης. Ίσως γι' αυτό ξυπνά ένα πρωί και συλλαμβάνεται κι ένα άλλο βρίσκεται στο κρεβάτι του μεταμορφωμένος σ' ένα πελώριο έντομο που μοιάζει με κατσαρίδα και κάπου αλλού ζει σε μια υπόγεια στοά περιτριγυρισμένη με διαδρόμους και μυστικές εξόδους κινδύνου και προς το τέλος δεν τρώει πια τίποτα και πεινά εξακολουθητικά, αφού δε βρίσκει ένα φαγητό να του αρέσει.
    Έτσι, λοιπόν, αυτή τη φορά η δική μας περιπλάνηση σ' αυτό το υπόγειο της Μυλλέρου ήταν τα κείμενα του Φράντς Κάφκα και μια σχέση προσωπικής επαφής με το έργο του. Και τώρα πια με το κοινό που έρχεται να δει αυτή την παράσταση που λέγεται “πορεία” και στην πραγματικότητα είναι ένα τσίρκο ιδιότυπων καλλιτεχνών.





  Ευχαριστώ από καρδιάς τον Γιάννη Μωραΐτη, τον Κώστα Κοπελάρη, τον Κώστα Δεσποινιάδη και τους φίλους για τη σημαντική βοήθειά τους. Και πιο πολύ την Κλαίρη, τον Γιάννη, τον Μαρίνο και τον Κώστα που με αφοσίωση και ψυχή δουλέψαμε όλοι μαζί.

Υποσημείωση σκηνοθέτη:
Στο τελικό μοντάζ του έργου κόπηκαν σκηνές έντονης βίας που υπήρχαν στις πρώτες εκδοχές της παράστασης. Πιστεύουμε έτσι είμαστε πιο κοντά στο έργο του συγγραφέα που προοιωνίζει τη βία που κρύβεται διαρκώς γύρω μας. Η μητέρα του Γκρέγκορ κλαίει γι' αυτό που του συνέβει και θέλει να μπει στο δωμάτιό του να τον βοηθήσει. Το ίδιο και η αδερφή του, τον νοιάζεται! Ωστόσο, αρνούνται να τον πλησιάσουν και να τον καταλάβουν στη νέα του κατάσταση, τον αφήνουν να πεθάνει εγκαταλελειμένος. 















ΖΟΖΕΦΙΝΑ: Περιμένετε κανένα

ΓΚΡΕΓΚΟΡ: Ένα έλκηθρο να με πάρει

ΖΟΖΕΦΙΝΑ: Δεν περνάνε έλκηθρα από δω δεν έχει κίνηση από δω

ΓΚΡΕΓΚΟΡ: Μα είναι ο δρόμος που πάει στον Πύργο

ΖΟΖΕΦΙΝΑ: Το ίδιο κάνει το ίδιο κάνει δεν έχει κίνηση από δω

ΓΚΡΕΓΚΟΡ: Άσκημος δρόμος

ΖΟΖΕΦΙΝΑ: Ω ναι! Αν θέλετε θα σας πάω εγώ με το έλκηθρό μου

ΓΚΡΕΓΚΟΡ: ναι σας παρακαλώ πόσα θα μου πάρετε

ΖΟΖΕΦΙΝΑ: Τίποτε ε να είστε ο Ακροβάτης ανήκετε στον Πύργο Που θέλετε να σας πάω;

ΓΚΡΕΓΚΟΡ: Στον Πύργο

ΖΟΖΕΦΙΝΑ: Εκεί δεν σας πάω

ΓΚΡΕΓΚΟΡ: Μα ανήκω στον Πύργο

ΖΟΖΕΦΙΝΑ: Μπορεί

ΓΚΡΕΓΚΟΡ: Ε τότε πηγαίνετε με στο τσίρκο

ΖΟΖΕΦΙΝΑ: Σύμφωνοι Σε ένα  λεπτό θα είμαι έξω με το έλκηθρο.


ΣΚΗΝΗ 6
ΦΕΟΝΤΟΡ: Δεν μπορείτε να μείνετε εδώ κύριε συγχωρείστε μου την αγένεια.

ΓΚΡΕΓΚΟΡ: Δεν θέλω να μείνω ήθελα μόνο να ξεκουραστώ λιγάκι ξεκουράστηκα και τώρα θα φύγω

ΦΕΟΝΤΟΡ: Ίσως σας ξαφνιάζει που δεν είμαστε φιλόξενοι δεν είναι όμως στις συνήθειές μας η φιλοξενία δεν μας χρειάζονται οι ξένοι

ΓΚΡΕΓΚΟΡ:  Ασφαλώς τι ανάγκη έχετε τους ξένους πάλι όμως έχετε πότε πότε ανάγκη από κάποιον από μένα λόγου χάρη έναν ακροβάτη 

ΦΕΟΝΤΟΡ: Δεν ξέρω τίποτε αν σας ζήτησαν να 'ρθετε πιθανόν σας χρειάζονται αυτό είναι εξαίρεση αλλά εμείς οι παρακατιανοί κρατάμε την παράδοσή μας και δεν μπορείτε να μας κατηγορήσετε γι' αυτό

ΓΚΡΕΓΚΟΡ: Όχι όχι σας ευχαριστώ μάλιστα εσάς κι όλους εδώ





ΦΡΑΝΤΣ ΚΑΦΚΑ
Ο ΑΝΑΤΟΜΟΣ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

Κώστας Δεσποινιάδης


Ποιος έχει το μαγικό χέρι για να το χώσει μέσα     στο μηχανισμό χωρίς να του το ξεσκίσουν χίλια     μαχαίρια και να του το σκορπίσουν;
Φ. Κάφκα, Ημερολόγια


  Ολόκληρο το έργο του Φράντς Κάφκα παρουσιάζεται σαν μια λεπτομερής ανατομία της εξουσίας. Και ακριβώς σαν ενιαίο όλον πρέπει να διαβάζεται το αποσπασματικό και ανολοκλήρωτο, ή σωστότερα ατελεύτητο, έργο του.
    Ξεκινώντας από τον Πύργο και τη Δίκη, μέχρι τη Μεταμόρφωση και τη Σωφρονιστική Αποικία, με ενδιάμεσους σταθμούς όλα τα υπόλοιπα, ο Κάφκα ανατέμνει ακούραστα τις σχέσεις εξουσίας που εμφανίζονται στη ζωή του μοναδικού, ασχέτως της πολυωνυμίας του, ήρωά του.

    Στον Πύργο, αυτό το σύμβολο της απόλυτης – ολοκληρωτικής εξουσίας, περιγράφει με τρόπο μοναδικό, την εξουσία που υπάρχει αφ’ εαυτής, σαν αυτοσκοπός των φορέων της. Ο χωρομέτρης, ο Κ. , επιδιώκει να φτάσει στον Πύργο, να συναντήσει τον άρχοντά του. Γρήγορα διαπιστώνει πως αυτό δεν είναι τόσο εύκολο όσο αρχικά είχε φανταστεί και ξεκινά μια, μάταιη όπως θα αποδειχθεί στο τέλος, απόπειρα να έρθει σε επαφή με διάφορους κατοίκους του χωριού, το οποίο ανήκει στην εξουσία του Πύργου, που ( νομίζει ότι ) θα τον οδηγήσουν σε αυτόν. Εκεί, μέσα από την περιγραφή απίστευτων μικρο-λεπτομερειών, που με πρώτη ματιά φαίνονται ανούσιες αλλά αποκαλύπτουν ακριβώς έναν λαβύρινθο, όλοι οι δρόμοι του οποίου οδηγούν σε αδιέξοδο, ο Κάφκα δείχνει μεγαλοφυώς το τέλειο διάφραγμα που υπάρχει ανάμεσα στο Άτομο, τον χωρομέτρη, και την καθεαυτή Εξουσία, τα ανώτερα του Πύργου.
Το διάφραγμα αυτό δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα απίστευτο πλήθος κατώτερων υποφρουράρχων, ανώτερων υποφρουράρχων, φρου-ράρχων, γιών φρουράρχων, υπαλλήλων, ξενοδόχων, σερβιτόρων, χαφιέδων, πληροφοριοδοτών, κοντολογίς ολόκληρος ο πληθυσμός του χωριού. Ολόκληρος ο πληθυσμός του χωριού έχει κάποιου είδους σχέση με τον Πύργο. Και, ενώ κανείς σχεδόν από μόνος του δεν έχει ιδιαίτερη δύναμη ή αρμοδιότητα, όλοι μαζί συνιστούν αυτό το ιδιόμορφο, αδιαπέραστο πλέγμα που δεν επιτρέπει στον Κ. να πλησιάσει στον Πύργο.
 Αξίζει εδώ να σημειώσουμε πως η εξουσία στο έργο του Κάφκα δεν παρουσιάζεται πυραμιδική, κατακόρυφα ιεραρχημένη. Παρουσιάζεται, αν μπο-ρούμε να το πούμε έτσι, οριζοντιοποιημένη- τεμαχισμένη. Διαχέεται σε ολόκληρο το κοινωνικό πεδίο και απ’ αυτό προκύπτει η πληθώρα βοηθητικών -δευτερευόντων, αλλά με σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη των έργων- προσώπων. “Δεν υπάρχει δια-φορά ανάμεσα στους χωριάτες και τον Πύργο” λέει ο δάσκαλος του χωριού. Ακριβώς εξαιτίας αυτής της έλλειψης διαφοράς, εξαιτίας δηλαδή όχι απλώς της ανοχής των κατοίκων- υπηκόων του χωριού απέναντι στον Πύργο- εξουσία, αλλά της απόλυτης και
δουλικότατης συνεργασίας τους με αυτόν , μπορεί και υπάρχει. Αυτοί είναι που με χίλιους δυο τρόπους ταλαιπωρούν τον Κάφκα, αυτοί είναι που δεν κάνουν τίποτα για να τον βοηθήσουν, αλλά αντιθέτως τα πάντα για να τον εμποδίσουν.
Ο φόβος για τις αρχές”,  γράφει ο Κάφκα στον Πύργο, “ γεννιέται εδώ, μαζί σας, και όλη σας τη ζωή σάς επιβάλλεται με τους πιο διαφορετικούς τρόπους κι από κάθε πλευρά βοηθάτε και εσείς οι ίδιοι το δυνάμωμά του όσο μπορείτε”. Άλλωστε ακόμα και η ίδια η ύπαρξη του Πύργου είναι αμφίβολη. Ούτε μια αχτίδα φωτός δεν δείχνει πως εκεί υπάρχει ένας Πύργος. Αυτό που οι κάτοικοι του χωριού περιγράφουν σαν ένα τεράστιο και επιβλητικό κτίριο, δεν φαίνεται στα μάτια του χωρομέτρη παρά σαν “ένα άθλιο χωριουδάκι, ένα συνονθύλευμα από σπίτια που αν ο Κ. δεν ήξερε ότι ήταν ο Πύργος θα τα νόμιζε για καμιά κωμόπολη. Ένας μονάχα πυργίσκος υπήρχε απ’ ό,τι είδε, αλλά δεν μπορούσε να ξεχωρίσει αν ανήκει σε εκκλησία ή σε κατοικία”. Η υπόσταση της εξουσίας, δηλαδή, είναι εν πολλοίς φαντασιακή και μόνο χάρη στη μεγέθυνση, πέραν των πραγματικών διαστάσεων, που ο φόβος γεννά, φαντάζει ακλόνητη και παντοδύναμη.



    Αυτήν την, ας την πούμε, βοηθητική εξουσία σε αντίθεση προς την καθ’ εαυτή – βασική, περιγράφει ο Κάφκα και στην, με πολλές  αντιστοιχίες προς τον Πύργο, Δίκη. Εκεί ο Γιόζεφ Κ. (πάλι Κ , το αρχικό του συγγραφέα) συλλαμβάνεται ένα πρωί από δύο, αγνώστους, απεσταλμένους ενός μυστηριώδους δικαστηρίου, μέσα στο ίδιο του το σπίτι, χωρίς να του αποκαλύψουν ποια είναι η κατηγορία που τον βαρύνει. Από τη στιγμή εκείνη ο Γιόζεφ Κ. ξεκινά και πάλι μια απέλπιδα προσπάθεια να ενημερωθεί για την υπόθεσή του. Σε ποιο σημείο βρίσκεται, αν πλησιάζει  η εκδίκασή της, ποιες είναι οι πιθανότητες αθώωσής του. Όπως και στον Πύργο, όπου ο ήρωάς του βρίσκεται απέναντι σε μια εξουσία που δεν μπορείς να τη δεις για να την αντιμετωπίσεις, έτσι και στη Δίκη βρίσκεται απέναντι σε έναν άγραφο νόμο του οποίου το περιεχόμενο δεν μπορείς να διαβάσεις.  Γράφει ο Κάφκα στην “παραβολή” του με τίτλο Για το ζήτημα των Νόμων: “Οι νόμοι μας δεν είναι πολύ γνωστοί, είναι μυστικό της μικρής ομάδας των ευγενών που μας εξουσιάζει. Είμαστε πεπεισμένοι ότι αυτοί οι παλιοί νόμοι τηρούνται ακριβώς αλλά όμως είναι κάτι πολύ βασανιστικό να εξουσιάζεται κανείς από νόμους που δεν τους γνωρίζει”, και στο Σινικό Τείχος: “ το μαρτύριο κυβερνιέται από νόμους που δεν  γνωρίζεις1.” Και στη Δίκη συναντά ένα διάφραγμα που τον χωρίζει απ' την ανώτατη δικαστική αρχή. Και εδώ πληθώρα βοηθητικών προσώπων. Συνήγοροι υπεράσπισης, ανώτεροι και κατώτεροι υπάλληλοι δικαστηρίου, βοηθοί, θυρωροί, παλιοί συνήγοροι, πληροφοριοδότες, αλλά πουθενά οι ίδιοι οι δικαστές, πουθενά το πρόσωπο της ανώτερης δικαστικής αρχής. Όλοι αυτοί εγκλωβίζουν τον Κ. σ’ έναν λαβύρινθο όπου καμιά κίνηση του δεν έχει το παραμικρό αποτέλεσμα. Είναι υποχρεωμένος να δίνει τη μέγιστη σημασία στην ελάχιστη μικρολεπτομέρεια με την ελπίδα ότι θα προχωρήσει επιτέλους η υπόθεσή του. Τελικά, μετά από πάμπολλες μάταιες και βα-σανιστικές απόπειρες του Γιόζεφ Κ. να μάθει κάτι για την υπόθεσή του, δολοφονείται, “σαν το σκυλί” από τους δυο τύπους που αρχικά τον συνέλαβαν.

    Ανοίγω εδώ μια παρένθεση για να πω ότι η ύπαρξη των βοηθητικών προσώπων, των βοηθών, είναι κάτι πολύ συνηθισμένο, και σίγουρα δεν μπορεί να θεωρηθεί τυχαίο, στα τρία μεγάλα μυθιστορήματα του Κάφκα. Οι σελίδες του Πύργου, της Δίκης και της Αμερικής είναι γεμάτες από τέτοια πρόσωπα. Κατώτεροι και ανώτεροι υποφρούραρχοι και φρούραρχοι, υπάλληλοι, ξενοδόχοι, σερβιτόροι, χαφιέδες, πληροφοριοδότες, δικηγόροι, υπάλληλοι δικαστηρίων, βοηθοί , υπηρέτες, παλιοί συνήγοροι, θυρωροί, αρχιθυρωροί, χειριστές του ασανσέρ, μάγειρες, προϊστάμενοι, παιδάκια και περαστικοί που πηγαινοέρχονται θορυβώντας πλημμυρίζουν τις σελίδες των ανολοκλήρωτων έργων του. Αμέτρητα “πρόσωπα” -απρόσωπα ανδρείκελα ενός τερατώδους μηχανισμού, κατ’ ουσίαν, δίχως ίχνος προσω- πικότητας και δικής τους υπόστασης- που άλλοτε στριμώχνονται κρυφακούγοντας στις γωνίες, άλλοτε εμφανίζονται εντελώς απροσδόκητα, πάντοτε αδιάκριτα, πάντοτε ενοχλητικά, περιπλέκουν τα πλέον απλά, βάζουν συνεχώς εμπόδια, τρικλοποδιές, στους ήρωες του Κάφκα, τους μπλέκουν συνεχώς σε καινούργιους μπελάδες και γκροτέσκες καταστάσεις, τους απομακρύνουν διαρκώς απ’ την πιθανότητα εύρεσης κάποιας λύσης στα εκάστοτε προβλήματα, επί της ουσίας αυτό το πλαγκτόν δήθεν προσώπων, αυτή η γλοιώδης μάζα που παρεμβάλλεται ανάμεσα στις καθαυτό Εξουσίες και στους ήρωες του Κάφκα -ανάμεσα στις καθαυτό Εξουσίες και την κάθε ανήσυχη συνείδηση, στον κάθε αποκλίνοντα, εν τέλει- που τους “πνίγει” και τους θυμίζει διαρκώς εδώ κανείς δεν μπορεί να είναι μόνος του, πως εδώ κανείς δεν μπορεί να αναζητήσει λύσεις στη συνείδησή του, κανείς δεν μπορεί να ελευθερωθεί, καμιά ανάπαυλα δεν υπάρχει, γιατί απλούστατα η Κοινωνία καιρο-φυλακτεί, γιατί απλούστατα η Κοινωνία είναι αμείλικτη, γιατί απλούστατα, για να παραφράσουμε τον Σάρτρ,  η εξουσία είναι οι άλλοι2.

    Κι αν, λοιπόν, στον Πύργο και στη Δίκη ο ήρωας του Κάφκα έρχεται αντιμέτωπος με την εξουσία ή,  όπως είδαμε, με την κοινωνία που εν πολλοίς την αντικαθιστά, σε άλλα έργα εξετάζει μια εξουσία “πιο κοντινή” -την πρώτη που αντικρίζει κανείς, και γι’ αυτό την πιο οδυνηρή, την μέγγενη με τις πιο σφιχτές δαγκάνες, που δεν είναι άλλη από την πατρική. 'Οπως λέει ο Αντόρνο, “το πιο μεγάλο κομμάτι του έργου του είναι μια αντίδραση στην απεριόριστη εξουσία. Στην εξουσία αυτή, στην εξουσία του μανιασμένου πατριάρχη, ο Μπένγιαμιν έδωσε το όνομα παρασιτική, γιατί ζει από τη ζωή που καταπιέζει”. Κι ο Κάφκα είναι μάλλον ο πλέον αρμόδιος να μιλήσει για την εξουσία αυτή,  γιατί όπως ορθά επισημαίνει ο Κανέττι “έχει βιώσει και έχει αναπαραστήσει την εξουσία από όλες τις πλευρές της”.
    Πράγματι, ο αριθμός των έργων στα οποία ο Κάφκα πραγματεύεται αυτό το οδυνηρό και για τη δική του ύπαρξη ζήτημα είναι μεγάλος: Το Γράμμα στον Πατέρα (που βέβαια δεν γράφτηκε ως λογοτέχνημα, αλλά ως ένα πραγματικό γράμμα- εξομολόγηση προς τον πατέρα του), Η Μεταμόρφωση, Η Κρίση, Η Αμερική (όπου ο ήρωας, ο Κάρλ Ρόσμαν, αναγκάζεται να φύγει απ' το πατρικό του σπίτι έπειτα από ένα “ερωτικό του παράπτωμα” και τη σύγκρουση με τον πατέρα που αυτό επιφέρει, ενώ η πατρική- εξουσιαστική μορφή εμφανίζεται στα επόμενα κεφάλαια του βιβλίου στο πρόσωπο του θείου-προστάτη του). Είναι χαρακτηριστικό άλλωστε το ότι ο Κάφκα αρχικά σκόπευε να συμπεριλάβει τη Μεταμόρφωση, την Κρίση και το πρώτο κεφάλαιο της Αμερικής, σε έναν ενιαίο τόμο με τον χαρακτηριστικό τίτλο -που δεν αφήνει, νομίζω, περιθώρια για παρερμηνείες- Οι Γιοί (απέναντι προφανώς στους Πατέρες).

................................................................


    “Η ζωή και το έργο του Κάφκα δεν είναι παρά ένας απελπισμένος αγώνας κατά οποιασδήποτε μορφής εξουσίας”, λέει ο Ελίας Κανέττι. Κι ενώ προσυπογράφω χωρίς δισταγμό ετούτη την κρίση του Κανέττι όσον αφορά το δεύτερο σκέλος της, έχω πολλές αντιρρήσεις ως προς το πρώτο.
    Η ζωή του Κάφκα χαρακτηρίζεται από μια τραγική αντίφαση. Από μια αντίφαση που βασάνισε τον ίδιο πάρα πολύ και τον έκανε να υποφέρει. Από το 1908 δουλεύει ως νομικός σύμβουλος στο ίδρυμα ασφαλίσεων εργατικών ατυχημάτων. Ως υπάλληλος ενός κρατικού γραφειοκρατικού θεσμού είναι υποχρεωμένος να υπερασπίζεται τα κρατικά συμφέροντα απέναντι στους τσακισμένους, από τα ατυχήματα, εργάτες που ζητάνε αποζημιώσεις. Συγχρόνως, αγανακτεί όταν βλέπει τους εργάτες αυτούς να εκλιπαρούν για ελεημοσύνη: “Αντί να έρθουν εδώ μέσα και να διαλύσουν τα πάντα, παρακαλάνε για να τους δοθεί ελεημοσύνη”. Αυτή η αντίφαση, ανάμεσα στο επάγγελμά του και τη συμβατική αστική ζωή που κάνει, από τη μια, και στις ιδέες που από αρκετά νέο τον προσδιόριζαν3, από την άλλη, τον ακολουθεί σε ολόκληρη τη σύντομη ζωή του.
    Όσον αφορά το έργο του, η μέθοδος που χρησιμοποιεί είναι ιδιόμορφη αλλά αρκετά αποδοτική. Εν αντιθέσει προς τις κρίσεις του στην καθημερινή του ζωή, που συχνά είναι ευθείες και αιχμηρές, στο έργο του σπανίως είναι άμεσα κριτικός. Ο ίδιος σχεδόν ποτέ δεν λέει τίποτα. Σπανίως υπάρχουν έντονες σκηνές στα έργα του. Απλώς περιγράφει. Θέτει το υποκείμενο ως ένα ουδέτερο ενεργούμενο των καταστάσεων, και περιγράφοντας λεπτομερώς τις καταστάσεις αυτές είναι συντριπτικά αποτελεσματικότερος από οποιαδήποτε άμεση κριτική. Και ο σκοπός αλλά και η μέθοδός του φαίνονται στα παρακάτω του λόγια: “το βασικό χαρακτηριστικό του κόσμου είναι η σαθρότητά του... εάν θέλω να αγωνιστώ ενάντια σ' αυτόν τον κόσμο, πρέπει να προσβάλλω το βασικό του χαρακτηριστικό, δηλαδή τη σαθρότητά του”.


    Αξίζει να θυμηθούμε ότι για απουσία κοινωνικής κριτικής και μικροαστικό εσωτερικισμό κατηγόρησαν, άλλωστε, αρχικά τον Κάφκα τα κομμουνιστικά καθεστώτα στα οποία ήταν αυστηρά απαγορευμένος, νοώντας βέβαια την κριτική στα δικά τους περιορισμένα και περιοριστικά καλούπια. Στη συνέχεια δεν παρέλειψαν, κατά τη συνήθειά τους εκείνη την εποχή, να τον κατηγορήσουν ως ενεργό αντισοσιαλιστή που μάχεται ενάντια στο προλε-ταριάτο4. Σχετικά με το πόσο “μαχόταν ενάντια στο προλεταριάτο” χαρακτηριστικά είναι τα λόγια του όταν συνάντησε στο δρόμο μια πορεία εργατών: “αυτοί οι άνθρωποι είναι οι κυρίαρχοι του κόσμου εντούτοις αυταπατώνται. Πίσω από αυτούς κινούνται ήδη οι γραμματείς, οι γραφειοκράτες, οι επαγ-γελματίες πολιτικοί, όλοι αυτοί οι σύγχρονοι σουλτάνοι που βλέπουν να προετοιμάζεται η πρόσβασή τους στην εξουσία”. Ενώ κάπου αλλού λέει: “Ξέρω, ξέρω τι είναι αυτή η δύναμη των μαζών. Είναι όμορφη και φαίνεται αδάμαστη και δεν ησυχάζει παρά μόνο εάν δαμαστεί και μορφοποιηθεί. Στο τέρμα κάθε εξέλιξης πραγματικά επαναστατικής ξεφυτρώνει πάντα ένας Ναπολέων Βοναπάρτης”. Για το ποιος είχε τελικά δίκαιο μίλησε η ιστορία. Τα σχόλια είναι περιττά. 
    Ο Κάφκα είναι από τις λίγες εκείνες περιπτώσεις συγγραφέων, τα έργα των οποίων απαγορεύτηκαν, με λίγα χρόνια διαφορά, από τους δύο τρομερότερους ολοκληρωτισμούς του 20ου αιώνα, το ναζισμό και τον μπολσεβικισμό. Όποιος τον διαβάσει προσεκτικά κατανοεί αμέσως το γιατί.
    Ασκεί ανελέητη κριτική απέναντι στη γραφειοκρατία – καρκίνωμα που γεννήθηκε και γιγαντώθηκε στη Σοβιετική Ένωση. Όταν ο νεαρός φίλος του K. Janouch τον ρωτά πόσο βιώσιμη είναι η ρώσικη επανάσταση, απαντά: “όσο πιο πολύ α-πλώνεται μια πλημμύρα τόσο λιγότερο βαθύ είναι το νερό της και πιο ταραγμένο. Η επανάσταση εξατμίζεται και μένει το κατακάθι μιας καινούργιας γραφειοκρατίας. Οι αλυσίδες της βασανιζόμενης   ανθρωπότητας είναι φτιαγμένες από παλιόχαρτα”.
    Αλλά δεν είναι μόνο η κριτική που ασκεί στο σοβιετικό καθεστώς. Αυτό που δεν του συγχώρεσαν τα κομμουνιστικά καθεστώτα στον Κάφκα, είναι ότι αναίρεσε τον υποσχόμενο παράδεισό τους χωρίς καν να τον αμφισβητήσει. Τον αναίρεσε απλώς αγνοώντας τον και μάλιστα εν τη γενέσει του. “Είναι φυσικό”, λέει “ο μπολσεβικισμός να χτυπάει τη θρησκεία γιατί είναι και ο ίδιος μια θρησκεία”, και αλλού, “[ο Α' Παγκόσμιος] ο πόλεμος, η Επανάσταση στη Ρωσία και η αθλιότητα ολόκληρης της γης μού φαίνονται σαν να είναι ένα ξέσπασμα του κακού. Είναι μια πλημμύρα. Ο πόλεμος άνοιξε τα φράγματα του χάους. Οι σκαλωσιές που κρατούσαν εξωτερικά την ανθρώπινη ύπαρξη καταρρέουν. Τα ιστορικά γεγονότα δεν ελέγχονται πια από τα άτομα, ελέγχονται από τις μάζες. Μας σπρώχνουν, μας βιάζουν, μας σαρώνουν, εμείς υπομένουμε την ιστορία”. 
    Όμως και απέναντι στον καπιταλισμό δεν είναι λιγότερο διεισδυτικός και επικριτικός “ο καπιταλισμός είναι ένα σύστημα σχέσεων εξάρτησης, που κινούνται απ' το εσωτερικό στο εξωτερικό, από το εξωτερικό στο εσωτερικό, από ψηλά στα χαμηλά, από χαμηλά στα ψηλά. Όλα είναι ιεραρχημένα. Όλα βρίσκονται δέσμια. Ο καπιταλισμός είναι μια κατάσταση του κόσμου και μια κατάσταση της ψυχής5”.
    Ας μην ξεχνάμε ότι ο Κάφκα γεννήθηκε το 1883 και πέθανε το 1924. Είχε ζήσει δηλαδή την κυοφορία και τη γέννηση της γραφειοκρατικής Σοβιετικής Ένωσης, της καπιταλιστικής Αμερικής και της ναζιστικής Γερμανίας, των τριών (μετα)σχηματισμών που εν πολλοίς καθόρισαν τον 20ο αιώνα.
    Ο Κάφκα που με μια επιπόλαιη ματιά φαίνεται απολιτικός συγγραφέας, είναι κατά βάθος ένας αναρχικός κριτής όσων συμβαίνουν γύρω του και όσων βλέπει να γεννιούνται. Αναρχικός όχι με την έννοια του επαναστάτη, αλλά με την έννοια του αφυπνιστή, του μάρτυρα.
    Ακριβώς αυτή τη δύναμη της κριτικής του προσπάθησαν να εξωβελήσουν όσοι μίλησαν για συνείδηση και συναίσθημα ενοχής που τον βασάνιζε. Μόνο ενοχή δεν υπάρχει στο έργο του. Οι ήρωές του μόνο ένοχοι δεν αισθάνονται. Θύματα, όπως και ο ίδιος στη ζωή του, ενός τρομερού κοινωνικού μηχανισμού που παράγει (ή έστω προσπαθεί) ενοχή για όλους, ναι. Αλλά σε καμιά περίπτωση ένοχος ή με συνείδηση ενοχής (στη συνείδηση των ηρώων του δεν τίθεται καν τέτοιο θέμα). Πηγή αυτών των ερμηνειών για το έργο του ήταν οι διάφορες ψυχαναλυτικές προσεγγίσεις. Παρακινούμενες από τις διάφορες νευρώσεις που τον κυνηγούσαν, αλλά και από την ιδιαίτερα δύσκολη σχέση του με τον πατέρα του, εγκλωβίζονται και εγκλωβίζουν μέσα στις παγίδες της ίδιας τους της μεθοδολογίας. Ερμηνεύουν το έργο του με όρους ψυχαναλυτικούς, ως ένα τυπικό δείγμα οιδιπόδειου. Σχετικά μ' αυτές τις προσεγγίσεις η φράση των Ντελέζ-Γκουατταρί, νομίζουμε ότι βάζει τα πράγματα στη θέση τους με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο: “η ψυχανάλυση τρέφεται από την ανταλ-λακτική αξία της νεύρωσης, από την οποία κερδίζει την υπεραξία της”.
    Από κοντά και όσοι στάθηκαν στο έργο του ερμηνεύοντάς το με όρους θεολογικούς και συγκεκριμένα, λόγω της καταγωγής του, με όρους εβραϊκής θεολογίας, βλέποντάς το ως μια μάταιη απόπειρα αναζήτησης του Θεού, ως μια ενοχή πηγάζουσα από το προπατορικό αμάρτημα.
    Δεν υπάρχει ασφαλέστερος τρόπος για να παρερμηνευθεί το έργο του απ' το να το ερμηνεύσει κανείς με όρους ψυχαναλυτικούς ή θεολογικούς.

    Τον είπαν προφήτη, αλλά στους προφήτες η αλήθεια αποκαλύπτεται θεϊκά ή όπως αλλιώς,  πάντως δεν προκύπτει από βίωμα ή προσωπική θέαση του κόσμου. Ο Κάφκα δεν προφητεύει, μαρτυρά. Μαρτυρά τον εφιαλτικό κόσμο που βίωνε, και τον ακόμα εφιαλτικότερο που έβλεπε να γεννιέται και που έμελλε λίγα χρόνια αργότερα να πνίξει την Ευρώπη. Και παρόλο που στη ζωή του δεν υπήρχαν οι “αντικειμενικά” μεγάλες αφορμές που θα του αποκάλυπταν τέτοιον κόσμο, τέτοιον εφιάλτη (και ποιος κρίνει άλλωστε ποιες είναι οι μεγάλες αφορμές για κάθε συνείδηση;) απέδειξε πως, όταν οι εξουσίες παραφρονούν, όταν η κοινωνική οργάνωση καθίσταται τόσο βάρβαρη και απάνθρωπη, αρκεί και η ζωή ενός φυματικού υπαλλήλου του ιδρύματος ασφαλίσεων εργατικών ατυχημάτων για να “αποκαλυφθούν” τέτοιοι εφιάλτες.
    “Όταν η απελπισία παρουσιάζεται τόσο συγκεκριμένη, όταν είναι τόσο δεμένη με το αντικείμενό της, τόσο συγκρατημένη όπως η απελπισία ενός στρατιώτη που καλύπτει την υποχώρηση σίγουρος πως θα γίνει κομμάτια, τότε δεν είναι πραγματική απελπισία. Η πραγματική απελπισία ξεπερνάει το στόχο της αμέσως και πάντα”.
    Όποια συνείδηση αγγίξει δύσκολα θα συνεχίσει να βλέπει τον κόσμο με τον τρόπο που τον έβλεπε πριν.






ΤΟ ΤΣΙΡΚΟ 


Στο τσίρκο σήμερα θα παιχτεί μια μεγάλη παντομίμα, μια παντομίμα στο νερό, ολόκληρη η πίστα θα γεμίσει νερό, ο Ποσειδώνας θα τρέχει με την ακολουθία του μέσα στο νερό, το καράβι του Οδυσσέα θα εμφανιστεί και οι σειρήνες θα τραγουδάνε, ύστερα η Αφροδίτη θα αναδυθεί γυμνή και συνέχεια αυτού θα είναι η αναπαράσταση της ζωής σε ένα  
σύγχρονο οικογενειακό λουτρό. 

   
    Ο διευθυντής, ένας ασπρομάλλης γηραιός κύριος, αλλά ακόμα ο αλύγιστος καβαλάρης του τσίρκου, περιμένει πολλά από την επιτυχία αυτής της παντομίμας. Και η επιτυχία είναι απολύτως αναγκαία, η τελευταία χρονιά δεν πήγε καλά, μερικά αποτυχημένα ταξίδια έφεραν μεγάλη ζημιά. Και τώρα βρίσκονται εδώ στη μικρή πόλη.  








































Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ



ΓΚΡΕΓΚΟΡ
Τι μου συνέβη; Πως θα μπορούσα να κοιμηθώ λίγο ακόμα και να ξεχάσω αυτές τις τρέλες; Αχ Θεέ μου, πόσο επίπονο επάγγελμα διάλεξα! Έπειτα έχω όλες αυτές τις ταλαιπωρίες ενός ταξιδιού, τις έγνοιες για τα δρομολόγια των τρένων, το άτακτο και κακό φαγητό, τις ανθρώπινες σχέσεις που διαρκώς αλλάζουν χωρίς ποτέ να γίνονται εγκάρδιες. Δεν πάνε όλα στο διάβολο! Αυτό το ξύπνημα βαθιά χαράματα αποβλακώνει τον άνθρωπο, γιατί είναι αναγκαίο να έχει τον ύπνο του. Πρέπει να σηκωθώ γιατί το τρένο ξεκινάει στις πέντε. Θεέ μου!   

ΦΩΝΗ Α΄
Γκρέγκορ είναι εφτά παρά τέταρτο






















ΓΚΡΕΓΚΟΡ
Ναι, ναι ευχαριστώ

ΦΩΝΗ Β΄
Γκρέγκορ, Γκρέγκορ

ΓΚΡΕΓΚΟΡ
Σηκώνομαι αμέσως

ΦΩΝΗ Α΄
Γκρέγκορ, Γκρέγκορ

ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟΣ
Μα τι συμβαίνει; Γκρέγκορ είσαι καλά; Μήπως θέλεις τίποτα;

ΓΚΡΕΓΚΟΡ
Ναι, είμαι έτοιμος

ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟΣ
Ήδη η ώρα είναι εφτά
ΓΚΡΕΓΚΟΡ
Ήδη η ώρα είναι εφτά και υπάρχει τόση ομίχλη ακόμη. Εφτά και τέταρτο πρέπει οπωσδήποτε να αφήσω το κρεβάτι μου.

Θόρυβος από μέσα

ΦΩΝΗ Β΄
Εκεί μέσα έπεσε κάτι


ΦΩΝΗ Α΄
Καλημέρα κύριε Σάμσα. Αισθάνεται άσχημα

ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟΣ
Κι εγώ δεν μπορώ να το εξηγήσω αλλιώτικα

ΦΩΝΗ Α΄
Πιστέψτε με. Πως θα έχανε το τρένο;

ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟΣ
Ας ελπίσουμε πως δεν είναι τίποτα σοβαρό. Αν και από άλλη άποψη θα μπορούσα να πω πως εμείς, σαν άνθρωποι της δουλειάς –ευτυχώς ή δυστυχώς- πρέπει να υπερνικούμε συχνά μια μικρή αδιαθεσία για λόγους συμφέροντος.

ΦΩΝΗ Β΄
Ο νεαρός δε σκέφτεται τίποτα άλλο παρά τη δουλειά του

ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟΣ
Κύριε Σάμσα, τι συμβαίνει λοιπόν; Κλείνεστε στο δωμάτιό σας, απαντάτε απλώς με ένα ναι ή με ένα όχι και συνάμα παραμελείτε –αν το πούμε αυτό σαν κάτι δευτερεύον- τις επαγγελματικές σας υποχρεώσεις μ’ ένα τρόπο αληθινά ανήκουστο.

ΦΩΝΗ Α΄
Μένω κατάπληκτος, πολύ κατάπληκτος

ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟΣ
Σας ήξερα για έναν ήσυχο και λογικό άνθρωπο και τώρα ξαφνικά αρχίζετε να παρουσιάζετε περίεργες διαθέσεις

ΦΩΝΗ Α΄
Βλέπω το ακατανόητο πείσμα που δείχνετε και μου κόβεται κάθε όρεξη να σας υποστηρίξω, έστω και στο ελάχιστο. Και η θέση σας δεν είναι διόλου σίγουρη

ΓΚΡΕΓΚΟΡ
Μα περιμένετε λίγο. Μια μικρή αδιαθεσία με κράτησε στο κρεβάτι. Ακόμα δε σηκώθηκα. Τώρα όμως αισθάνομαι πολύ ζωηρός. Υπομονή, μια στιγμή! Δεν είμαι τόσο καλά, όσο νόμισα. Αλλά πάλι συνέρχομαι. Τι μπορεί να πάθει ένας άνθρωπος! Να, χτες το βράδυ ήμουν πολύ καλά ή καλύτερα, χτες το βράδυ είχα κάποιο προαίσθημα που θα μπορούσε κανείς να το διακρίνει στο πρόσωπό μου. Αλλά πάντοτε νομίζει κανείς πως θα νικήσει την αρρώστια του

ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟΣ
Καταλάβατε λέξη;

ΦΩΝΗ Β΄
Οπωσδήποτε μας νομίζει τρελούς. Να πας αμέσως στο γιατρό
ΚΑΘΑΡΙΣΤΡΙΑ
Ο Γκρέγκορ είναι άρρωστος

ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟΣ
Γρήγορα στο γιατρό

Ανοίγει η πόρτα μπαίνει ο ιμπρεσάριος

ΓΚΡΕΓΚΟΡ
Και τώρα, θέλετε να με αφήσετε να φύγω; Τα ταξίδια είναι κοπιαστικά αλλά





δε θα μπορούσα να ζήσω χωρίς αυτά. Που πηγαίνετε λοιπόν; Θα πείτε όλη την αλήθεια; Καμιά φορά κανείς δε μπορεί να δουλέψει, αλλά τότε ακριβώς είναι ο καιρός που πρέπει να θυμηθούν και να σκεφτούν οι άλλοι τις προηγούμενες επιδόσεις του κι έτσι να παραδεχτούν πως μετά τον παραμερισμό των εμποδίων θα αρχίσει να εργάζεται με περισσότερη επιμέλεια και αποδοτικότητα. Και το ξέρετε πολύ καλά. Τα ‘χω χαμένα, μα θα ξεπεράσω τις δυσκολίες. Μη μου κάνετε όμως τα πράγματα πιο δύσκολα απ’ ότι έχουν ήδη γίνει. Πάρτε το μέρος μου, σας παρακαλώ.   
      


ΣΚΗΝΗ 2η

                                                             ΚΑΘΑΡΙΣΤΡΙΑ
Έλα λοιπόν κοντά μου, βρομοκατσαρίδα. Για κοιτάξτε τη γριά βρομοκατσαρίδα. Δεν προχωρείς ε;







ΣΚΗΝΗ 3η
ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΣ
Δε σηκώνει άλλο. Αν ίσως δεν καταλαβαίνετε, εγώ ξέρω πια. Μπροστά σ’ αυτό το τέρας δε θέλω ούτε να προφέρω το όνομα του ακροβάτη. Ωστόσο θέλω να τονίσω το εξής: πρέπει να απαλλαχτούμε απ’ αυτό. Κάναμε ότι μπορεί να γίνει με τις ανθρώπινες δυνάμεις, δείξαμε μεγάλη υπομονή. Δε νομίζω πως μπορεί κάποιος να μας κατηγορήσει για καμιά ελάχιστη παράληψη.

ΚΑΘΑΡΙΣΤΡΙΑ
Έχει χίλιες φορές δίκιο. Πρέπει οπωσδήποτε να απαλλαχτούμε απ’ αυτό.

ΑΜΑΖΟΝΑ
Βλέπω να ζυγώνει το κακό. Όταν κανείς έχει δουλειές, όπως εμείς εδώ, δε μπορεί συνάμα να έχει συνάμα να έχει στο κεφάλι του αυτή την ασταμάτητη τυραννία. Εγώ δε μπορώ άλλο.

ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟΣ
Αγαπητό μου παιδί, τι νομίζεις πως μπορούμε να κάνουμε; Αν μπορούσε να μας καταλάβει

ΑΜΑΖΟΝΑ
Αν μπορούσε να μας καταλάβει. 

ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟΣ
Ίσως τότε να γινόταν κάποια συνεννόηση μαζί του. Τώρα όμως…







ΚΑΘΑΡΙΣΤΡΙΑ
Πρέπει να φύγει.

ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΣ
Αυτό είναι το μοναδικό μέσο για να γλιτώσουμε. Πρέπει να ξεπεράσεις τη σκέψη πως αυτό εδώ είναι ο Γκρέγκορ. Άλλωστε, αν ήταν ο Γκρέγκορ, ήδη από καιρό θα καταλάβαινε πως δε μπορούν να ζουν άνθρωποι μ’ ένα τέτοιο ζώο και τότε θα έφευγε με τη δική του θέληση. Δε θα ‘χαμε ακροβάτη, αλλά θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε και θα τιμούσαμε τη μνήμη του. Τώρα όμως δε γίνεται τίποτα.

ΚΑΘΑΡΙΣΤΡΙΑ
Αυτό το ζώο μας κυνηγά, πετάει έξω τους θεατές.

ΑΜΑΖΟΝΑ
Θέλει να κυριαρχήσει σ’ όλο το θέατρο και να μας διώξει στο δρόμο.

ΚΑΘΑΡΙΣΤΡΙΑ
Να κοιτάξτε!

ΑΜΑΖΟΝΑ
Πάλι τα ίδια κάνει.

ΓΚΡΕΓΚΟΡ
Και τώρα μπορώ να κάνω τη στροφή.

ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟΣ
Επιτέλους!

ΓΚΡΕΓΚΟΡ
Και τώρα;

ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΣ
Κοιτάξτε, ψόφησε, να εκεί κάτω, ψόφησε!

ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟΣ
Πέθανε;       

ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΣ
Αυτό ήθελα να σας πω.

ΚΑΘΑΡΙΣΤΡΙΑ
Και τώρα πρέπει να ευχαριστήσουμε το Θεό.

ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΣ
Για δείτε τι αδύνατος που ήταν.

ΑΜΑΖΟΝΑ
Τόσο καιρό δεν είχε φάει τίποτα;

ΙΜΠΡΕΣΑΡΙΟΣ
Όπως ερχόταν το φαγητό μέσα, έτσι κι έβγαινε έξω.



















 Ο ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ ΤΗΣ ΠΕΙΝΑΣ



ΦΕΟΝΤΟΡ: Τις τελευταίες δεκαετίες μειώθηκε σημαντικά το ενδιαφέρον για τους καλλιτέχνες της πείνας. Ενώ πρώτα άξιζε τον κόπο να διοργανώνει κανείς τέτοιες μεγάλες παραστάσεις, σήμερα μια τέτοια διοργάνωση είναι πέρα για πέρα αδύνατη. Τις εποχές εκείνες ολόκληρη η πόλη καταγινόταν με τον καλλιτέχνη της πείνας. Από τη μια μέρα της πείνας ως την άλλη όλο και μεγάλωνε το πλήθος. Όλοι επιθυμούσαν τουλάχιστον μια φορά τη μέρα να δουν τον καλλιτέχνη. Υπήρχαν και συνδρομητές που με τις μέρες κάθονταν μπροστά στο μικρό κλουβί.  




                                                                                     

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ


ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ  THΣ  ΠΕΙΝΑΣ:              






Προ του νόμου ίσταται φύλαξ.  
Εις τον φύλακα τούτον έρχεται άνθρωπος  χωρικός και τον ικετεύει να του επιτρέψει την  είσοδον εις τον Νόμον. Αλλ' ο φύλαξ λέγει ότι, επί του παρόντος αδυνατεί να τον δεχθεί.





















Ο άνθρωπος, σκεπτικός, τον ερωτά εαν θα του επιτραπεί να εισέλθει αργότερον. “'Ισως”, αποκρίνεται ο φύλαξ, “πάντως όχι επί του παρόντος.”  Επειδή η πύλη η οποία οδηγεί εις τον Νόμον είναι ανοιχτή, ως συνήθως, και ο φύλαξ ίσταται παραπλεύρως, ο άνθρωπος κύπτει δια να ίδη εκ της εισόδου.



 Όταν ο φύλαξ τον αντιλαμβάνεται γελά και του λέγει: “ Εφ' όσον τόσον σφοδρώς το επιθυμείς, δοκίμασε να εισέλθεις άνευ της ιδικής μου αδείας. Πρόσεχε όμως διότι είμαι ισχυρός. Εγώ δε είμαι ο έσχατος των φυλάκων. Προ εκάστης αιθούσης υπάρχουν φύλακες ο εις ισχυρότερος του άλλου.




Ο τρίτος ήδη έχει τόσον φοβεράν όψιν ώστε ακόμη και εγώ αδυνατώ να τον ατενίσω.”                                                                                                












 Ο χωρικός ουδόλως ανέμενε να ευρεθεί προ τοιούτων δυσχερειών. Ο Νόμος, σκέπτεται, ώφειλε να είναι προσιτός εις πάντας και ανά πάσαν στιγμήν, και όταν εξετάζει προσεχτικώτερα τον φύλακα, με την γούναν του, την πελωρίαν σουβλερήν μύτην του και την αραιάν ταταρικήν γενειάδαν του αποφασίζει ότι είναι προτιμότερον να αναμείνει έως ότου του επιτραπεί η είσοδος. Ο φύλαξ του προσφέρει έδρανον και του επιτρέπει να καθήση πλησίον της πύλης. Εκείνος κάθηται και αναμένει επί ημέρας και έτη.

Πολλάκις αποπειράται να λάβη την άδειαν εισόδου, και μετά φορτικότητος οχλεί τον φύλακα. Συχνάκις ο φύλαξ συζητεί μετ΄ολίγον μετ΄ αυτού  και τον ερωτά δια τον τόπον του και δι' άλλα ζητήματα, αι ερωτήσεις όμως υποβάλλονται τελείως απροσώπως, καθ' ον τρόπον ερωτούν οι μεγάλοι άνδρες, πάντοτε δε η συζήτησις καταλήγει εις την δήλωσιν ότι η είσοδος δεν του επιτρέπεται ακόμη. Ο άνθρωπος, ο οποίος ήτο καλώς εφοδιασμένος δια το ταξίδι, προσφέρει όλα του τα υπάρχοντα, οσονδήποτε πολύτιμα και αν είναι, με την ελπίδα ότι θα εξαγοράσει τον φύλακα. Ο φύλαξ τα δέχεται όλα λέγων όμως καθώς λαμβάνει έκαστον δώρον:

ΦΕΟΝΤΟΡ: Το παίρνω

ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ ΤΗΣ ΠΕΙΝΑΣ: Το λαμβάνω

ΦΕΟΝΤΟΡ: Το λαμβάνω δια να μη νομίσεις ότι κάτι παρέλειψες.

ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ ΤΗΣ ΠΕΙΝΑΣ: Καθ' όλα τα μακρά έτη ο άνθρωπος σχεδόν αδιαλείπτως ατενίζει τον φύλακα.  Λησμονεί τους άλλους φύλακας και νομίζει ότι αυτός είναι το μόνον πρό του Νόμου εμπόδιον. Κατά τα πρώτα έτη  καταράται μεγαλοφώνως την κακήν του μοίραν. Αργότερον, καθώς γηράσκει, γογγύζει μόνον κατ' ιδίαν. Γίνεται παλίμπαις. Και επειδή κατά την μακράν αγρυπνίαν του εγνώρισε ακόμα και τους ψύλλους εις την γούναν του φύλακος,  ικετεύει αυτούς τούτους τους ψύλλους να τον βοηθήσουν και να πείσουν τον φύλακα να μεταβάλλει γνώμην.



Εντέλει, οι οφθαλμοί του εξασθενίζουν και δεν γνωρίζει πλέον εαν πράγματι ο κόσμος αμαυρούται ή εάν οι οφθαλμοί του τον εξαπατούν. Αλλ' εις το σκότος δύναται τώρα να βλέπει φως αϊδιον, το οποίον εκπέμπεται εκ της πύλης του Νόμου. Η ζωή του πλέον εγγίζει το τέλος της. Πριν ή αποθάνει,  η πείρα όλου του βίου του συνοψίζεται εις εν ερώτημα το οποίον ουδέποτε υπέβαλλεν εις τον φύλακα. Επειδή αδυνατεί πλέον να ανυψώσει το αποσκληρυμένον του σώμα, νεύει εις τον φύλακα, εκείνος κύπτει βαθέως δια να ακούσει διότι η διαφορά του αναστήματος των έχει υπεραυξηθεί εις βάρος του ανθρώπου. “ Τι επιθυμείς να γνωρίσεις;” ερωτά ο φύλαξ. “ Είσαι ακόρεστος”. “ Όλοι επιθυμούν να φθάσουν εις τον Νόμον”, αποκρίνεται ο άνθρωπος. “ Πως λοιπόν, επί τόσα έτη ουδείς άλλος πλην εμού προσήλθε δια να γίνει δεκτός;” Ο φύλαξ αντιλαμβάνεται ότι ο άνθρωπος είναι τελείως εξηντλημένος και ότι η ακοή του εξασθενίζει, δι' αυτό του φωνάζει εις το ους του: “Ουδείς άλλος πλην εσού ηδύνατο να εισέλθει δια της πύλης αυτής, διότι η πύλη αυτή προωρίζετο αποκλειστικώς δι' εσέ. Τώρα θα την κλείσω”.

ΖΟΖΕΦΙΝΑ: 'Ωστε ο φύλαξ εξηπάτησε τον άνθρωπο

ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ ΤΗΣ ΠΕΙΝΑΣ: Μην είσαι τόσο βιαστικός. Μη σχηματίζεις γνώμη πριν την ελέγξεις. Σου είπα την παραβολή με τα λόγια ακριβώς της Γραφής. Δεν αναφέρεται τίποτα περί απάτης.




ΖΟΖΕΦΙΝΑ: Είναι όμως αρκετά σαφής.

ΦΕΟΝΤΟΡ: Τα λόγια των σοφών είναι πάντα αλληγορίες ,αλλά ανεφάρμοστες στην καθημερινή ζωή, ενώ εμείς έχουμε μόνο αυτή. Όταν ο 
σοφός λέει

" Πήγαινε απέναντι ",

 δεν εννοεί ότι πρέπει κανείς να πάει στο απέναντι μέρος, πράγμα που δίχως άλλο θα μπορούσε να το κάνει, αν το αποτέλεσμα του δρόμου άξιζε, αλλά εννοεί κάποιο μυθικό απέναντι, κάτι που εμείς δε γνωρίζουμε , που κι αυτός ακόμη δεν μπορεί να το χαρακτηρίσει καθαρότερα και δεν μπορεί λοιπόν να μας βοηθήσει σε τίποτε εδώ. Όλες αυτές οι αλληγορίες θέλουν να πουν ότι το ασύλληπτο παραμένει ασύλληπτο, και αυτό το ξέραμε.  Αλλά αυτό που μας απασχολεί τρομερά κάθε μέρα είναι άλλο πράγμα.

ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ ΤΗΣ ΠΕΙΝΑΣ: Γιατί αντιστέκεστε; Αν ακολουθούσατε τις αλληγορίες θα είχατε γίνει κι εσείς οι ίδιοι αλληγορίες κι έτσι θα απαλλαζόσασταν από την καθημερινή κούραση.





















ΦΕΟΝΤΟΡ: Στοιχηματίζω πως κι αυτό είναι μια αλληγορία.

ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ ΤΗΣ ΠΕΙΝΑΣ: Κέρδισες.

ΦΕΟΝΤΟΡ: Αλλά δυστυχώς μόνο στην αλληγορία.


ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ ΤΗΣ ΠΕΙΝΑΣ: Όχι, στην πραγματικότητα, στην αλληγορία έχασες.






Η σκηνή της δίψας 

 







 

 

 

 

 

 

 

Το Τέλος 





ΣΚΗΝΗ 20


ΦΕΟΝΤΟΡ: Πεινάς ακόμα; ποτε επιτέλους δεν θα πεινάς;






ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ ΤΗΣ ΠΕΙΝΑΣ: Συγχωρέστε με όλοι

ΦΕΟΝΤΟΡ : Βέβαια σε συγχωρούμε





ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ ΤΗΣ ΠΕΙΝΑΣ: Πάντοτε ήθελα να θαυμάζετε την πείνα μου



ΦΕΟΝΤΟΡ : Μα τη θαυμάζουμε

ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ ΤΗΣ ΠΕΙΝΑΣ: Δεν έπρεπε να την θαυμάζετε

ΦΕΟΝΤΟΡ : Ωραία δεν την θαυμάζουμε αλλά γιατί να μην τη θαυμάζουμε;





ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ ΤΗΣ ΠΕΙΝΑΣ: Γιατί πρέπει να πεινώ   Δε μπορώ να κάνω κι αλλιώς








ΦΕΟΝΤΟΡ : Για κοιτάξτε και γιατί δε μπορείς;

ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ ΤΗΣ ΠΕΙΝΑΣ: γιατί γιατί δε μπορώ να βρω το φαγητό που μου αρέσει. Αν το 'βρισκα, πιστέψτε με, δε θα έκανα καμιά φασαρία και θα έτρωγα καλά, όπως εσύ κι όλοι





































Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου